Οι ανακαλύψεις στη δημόσια βιβλιοθήκη του Ζουμζερί δεν έχουν σταματημό. Μετά την τυχαία ανακάλυψη του χάρτη του κόσμου του διάσημου αρχαίου νεκρομάντη Σταθερού Μισού-Κι-Άλλου-Μισού, η ΑΟΔΒΖ* κατάφερε να βρει κολλημένο στο οπισθόφυλλο μιας λίστας με της ιδιότητες του σκόρδου ένα κείμενο του οποίου το μυστηριακό περιεχόμενο έχει προβληματίσει τους ειδικούς. Η δημοσίευσή του εδώ γίνεται χωρίς κανένα άλλο σχόλιο, καθώς η αναφορά σε πραγματικά πρόσωπα και σε φανταστικές και άγνωστες λέξεις (όπως μεταλλικό νερό, κοντοσούβλι, σουτιέν, καράτε) δεν αφήνει περιθώρια περαιτέρω ανάλυσης.
*Η Ανασκαφική Ομάδα Δημόσιας Βιβλιοθήκης του Ζουμζερί (ΑΟΔΒΖ) συστάθηκε από τη Γερουσία για να ξεφυλλίσει όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκης ώστε να αποφευχθεί η εύρεση πολύτιμων χειρογράφων από ιδιώτες. Φαίνεται ότι η Γερουσία ακόμη το φυσάει και δεν κρυώνει, που ο μάγος Πετρεξού κατάφερε να εγείρει αξιώσεις πάνω στην κυριότητα του αρχαίου χάρτη.
Κουίζ: Πόσο Κόμπες Ντερλικοτής είσαι;
Μέτρα την Σενιμ-Σοριενιά σου
1. Μπαίνεις σε μια ταβέρνα. Ποια είναι η πρώτη σου φράση;
Α. Μεταλλικό νερό έχετε;
Β. Τραπέζι γωνιακό, περικαλώ και όχι πολλές κουβέντες
Γ. Κοντοσούβλι, χωριάτικη, ρετσίνα και τα όργανα να παιανίσουν το "Αγγέλω, κρένει η μάνα σου"
Δ. Φαγιά! Βυζιά!
2. Βλέπεις μια πολύ ορεκτική πιτσιρίκα να σε μπανίζει από το απέναντι τραπέζι. Τι κάνεις;
Α. Κοιτάς να δεις αν έχει συνοδό, για να του πεις να την επιπλήξει. Συνοδεύεστε, δεσποινίς μου!
Β. Της κάνεις υποννούμενα παίζοντας με τη γλώσσα σου στο παχύ σου μουστάκι, χωρίς να έχεις προσέξει τον χασάπη αρραβωνιάρη της.
Γ. Φροντίζεις να την ακολουθήσεις στην τουαλέτα, όπου και τη "βοηθάς" με τη ράντα του σουτιέν που δε λέει να μείνει στη θέση της...
Δ. Τη χουφτώνεις την ώρα που περνάει από δίπλα σου ανεβαίνοντας για την πίστα, πιθανότατα αφήνοντάς της μελανιά.
3. Ο χασάπης αρραβωνιάρης ζητάει να μάθει γιατί το χέρι σου βρίσκεται στο μπούτι της δικιάς του. Η απάντησή σου:
Α. "Δεν πιστεύω στη βία, κύριε."
Β. "Ξέρω καράτε, λέμε!"
Γ. "Φιλαράκι, μη με ζορίζεις γιατί μπορεί να σου συμβεί κανένα κακό."
Δ. Σφαλιάρα χωρίς λεκτικό βοήθημα.
4. Αποκαλύπτεται τελικά ότι ο τύπος είναι ζόρικος και τραβάει μαχαίρι. Εσύ...
Α. ...είσαι ήδη σε μεγάλη απόσταση, γιατί του τρεχάτου η μάνα δεν έκλαψε ποτέ (κι άλλωστε δεν πιστεύεις στη βία).
Β. ...αρπάζεις ένα μπουκάλι από το τραπέζι και προσπαθείς να το σπάσεις για να αμυνθείς με το κομμένο γυαλί, αλλά κόβεσαι από μόνος σου πάνω στην προσπάθεια και τελικά τρως και ξύλο
Γ. ...εσύ πραγματικά ξέρεις καράτε...
Δ. ...τραβάς τσεκούρι φωνάζοντας "ουουουουου!" (η κραυγή σου της μάχης)
5. Ο ιδιοκτήτης του καταστήματος που μοιάζει λίγο με το Γούντι Άλεν, σου ζητάει αποζημίωση για το μαγαζί του, που του το έχεις κάνει καλοκαιρινό. Με ποια φράση τον καθησυχάζεις;
Α. "Περάστε αύριο από το σπίτι μου να πάρετε ένα τσεκ."
Β. "Σιγά τους γορίλες που έχεις. Ούτε 145 κιλά ο καθένας δεν είναι."
Γ. "Έχω ένα γνωστό που κάνει πολύ ωραία καλοκαιρινά μαγαζιά. Τα παίρνει σαν το δικό σου και τα κάνει στ' αλήθεια καλοκαιρινά..."
Δ. "Μη με πρήζεις και φέρε κανένα καραφάκι ακόμη. Στέγνωσε ο στόμας μου."
6. Ποια είναι η σχέση σου με τη μητέρα σου;
Α. Τη λες μητέρα και της μιλάς στον πληθυντικό.
Β. Μια φορά την εβδομάδα τρως μαζί της και προσέχεις να τελειώσεις όλο το φαγητό σου γιατί δε μπορείς τη γκρίνια της.
Γ. Μια φορά την εβδομάδα της πηγαίνεις τα άπλυτά σου και φεύγεις γρήγορα γιατί δε μπορεί τη γκρίνια σου.
Δ. Όταν μεθοκοπάς στα χάνια, λες τα πρόστυχα τραγούδια που ο περισσότερος κόσμος λέει γι' αυτήν.
7. Πώς λέγονται οι αδελφοί κι οι αδελφές σου;
Α. Λεωνίδας και Αγαμέμνων - Καλλιρρόη και Ιμογένη
Β. Βάγγος και Μήτσακλας - Σούλα και Κούλα
Γ. Πέτρος και Παύλος - Ελένη και Μαρία
Δ. Καρντές και Κακαούς - Καλοβαλμένη και Κρασομυρωδάτη
8. Πώς τα πας με τους θεούς;
Α. Φοράω πάντα το σύμβολο της πίστης μου (σταυρό/ημισέληνο/άστρο του Δαβίδ/τίκα) και εκκλησιάζομαι τακτικά (εκκλησία/τζαμί/συναγωγή/Θιβέτ).
Β. Φοράω πάντα το σύμβολο της πίστης μου (σταυρό/ημισέληνο/άστρο του Δαβίδ/τίκα) με αλυσίδα, για να ξέρω που να σταματάω να ξυρίζομαι.
Γ. Δε φοράω το σύμβολο της πίστης μου παρεκτός κι αν είναι να "εκκλησιαστώ" με καμμιά θεούσα.
Δ. Φοράω πάντα το σύμβολο της πίστης μου (προφυλακτικό) και εκκλησιάζομαι τακτικά (χουφτώνω όποια βυζιά βρω μπροστά μου).
9. Ποια είναι η σχέση σου με τα υπερφυσικά πλάσματα;
Α. Είμαι ορθολογιστής και πραγματιστής κι αυτό το πλάσμα με τα κέρατα δεν είναι αληθινό.
Β. Βάζω τακτικά στοιχήματα ότι θα περάσω μια ολόκληρη νύχτα σε στοιχειωμένα σπίτια αλλά με βρίσκουν το πρωί χεσμένο και δαρμένο και κανείς δεν παραξενεύεται μ’ αυτό.
Γ. Με σκιάζουν λιγάκι, αλλά άμα είναι γκομενάκι μπροστά ξέρω να κάνω το γενναίο, με μεγάλη επιτυχία.
Δ. Πολλοί φίλοι μου είναι υπερφυσικά πλάσματα.
10. Πώς αντιδράς αν κάποιος μιλήσει μπροστά σου με έντονη προφορά ή με ντοπιολαλιά;
Α. Δεν είναι σωστό να κοροϊδεύουμε την καταγωγή και την ανατροφή του άλλου.
Β. Γελάς χοντρά και τον δείχνεις με το δάχτυλο, χωρίς να προσέξεις ότι πρόκειται για τον χασάπη αρραβωνιάρη των ερωτήσεων 2, 3 και 4.
Γ. Προσπαθείς να κρύψεις ένα χαμόγελο.
Δ. Θυμάσαι πώς μιλάς εσύ τα καλικαντζαρά και δε σχολιάζεις καθόλου.
11. Αν ο καλύτερός σου φίλος έχει εντελώς άλλη άποψη από τη δική σου τι κάνεις;
Α. Η μόνη λέξη που χωράει ανάμεσα σε δυο φίλους είναι η λέξη σεβασμός.
Β. Εννοείται ότι προσπαθείς να επιβάλεις τη δική σου κι ότι στο τέλος ο άλλος αναγκάζεται να σε καρπαζώσει.
Γ. Πολεμάς να τον φέρεις στα συγκαλά του.
Δ. Στ' αρχίδια σου, εκτός αν είναι στη μέση μαγεία, οπότε τον ακούς πολύ προσεκτικά.
12. Γιατί έκανες αυτό το τεστ;
Α. Από κρυφή ελπίδα ότι μπορεί να είμαι 75% Κόμπες
Β. Από σιγουριά ότι είμαι 100% Κόμπες
Γ. Για να επιβεβαιώσω ότι είμαι 75% Κόμπες
Δ. Με υποχρέωσε ο Πετρεξού για να πετύχει ένα ξόρκι που έχει στα σκαριά.
Περισσότερες απαντήσεις Α: 25% Κόμπες. Μα τι άνθρωπος είσαι εσύ; Δεν έχεις βρίσει ούτε μια φορά, δεν έχεις κάνει ούτε μια κακόγουστη πλάκα, δεν έχεις ούτε μια φορά χουφτώσει τα πισινά μιας σερβιτόρας! Κόμπες ο Ντερλικοτής; Χα! Ακόμη και τα Στρουμφάκια είναι πιο απελευθερωμένα από σένα.
Περισσότερες απαντήσεις Β: 50% Κόμπες. Εσύ έχεις ένα δυναμικό, αλλά έχεις επίσης και μια τάση να τα κάνεις σαλάτα. Κι όταν λέμε σαλάτα, εννοούμε εντελώς βετζετέριαν. Αν πας να κάνεις καμμιά φάρσα ή να τσιγκλήσεις κανένα φίλο σου με χοντράδες (που πας), τρως ξύλο. Αν προσπαθήσεις να το παίξεις μάγκας (που προσπαθείς), σε τσουβαλιάζουν και σε πετάνε έξω. Ακόμη και στην Κον-Γρουξ-Μπέι, τη θεά των γουρουνιών που κάθεται σε όλα τα αρσενικά, να την πέσεις (που σίγουρα της την έχεις ήδη πέσει), χυλόπιτα θα φας. Στρώσου, μελέτα, δες κολεγιακές ταινίες και ξαναπροσπάθησε. Κάτι μπορεί να γίνει.
Περισσότερες απαντήσεις Γ: 75% Κόμπες. Είσαι σε καλό δρόμο. Σε πολύ καλό δρόμο, όμως. Εντάξει, δε χουφτώνεις τα πισινά όποιας κι αν περνάει μπροστά σου, αλλά έχεις το δικό σου στυλ να λες χοντράδες κι η φράση "Φαγιά! Βυζιά!" δεν είναι καθόλου παράταιρη στο στόμα σου. Ακόμη βέβαια σε βασανίζουν ρομαντικές σκέψεις και εκείνη η ανόητη πεποίθησή σου να μην κάνεις στους άλλους ότι δε θέλεις να σου κάνουν, αλλά αυτό δεν πρέπει να σε πτοεί. Με λίγη καλή θέληση και μπόλικη εξάσκηση, σφάζοντας Χηνάνθρωπους και κοροϊδεύοντας σπασίκλες, θα γίνεις κι εσύ ένας Κόμπες με τα όλα σου!
Περισσότερες απαντήσεις Δ: 100% Κόμπες. Άξιος! Άξιος! Εσύ παιδί μου θα πας μπροστά! Ο Βυζβόρουν είναι περήφανος για σένα και σου δείχνει την εύνοια του στέλνοντας στο δρόμο σου ζουμερά κοψίδια, χοντρές πλάκες και τροφαντά βυζιά! Είσαι ανθεκτικός στο χαστούκι και τη δυσπεψία κι όταν σε βλέπουν οι υπόλοιποι αναστενάζουν με καρτερία για τις πλάκες που τους ετοιμάζεις. Πρόσεχε μόνο, μην το παρακάνεις, γιατί υπάρχουν κι άλλοι του σιναφιού σου στον κόσμο και μπορεί να την πατήσεις με την πάρτη τους καμμιά φορά...
Ετικέτες Αποκλειστικό
Συνεχίζοντας τις μοναδικές της αποκλειστικότητες στο αναγνωστικό της κοινό, η εφημερίδα μας φιλοξενεί σήμερα το δεύτερο κεφάλαιο του συγγραφικού πονήματος της Έφθι, ιέρειας της θεάς των χαλικιών, του σχετικού με τις περιπέτειες του Κόμπες του Ντερλικοτή. Η προσωπική περιπέτεια της συντάκτου μας δε θα επαναληφθεί, διότι ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, συμφώνησε προβάλλοντας πολύ λογικές απαιτήσεις, να μην ενοχληθεί από την παρούσα ή άλλες δημοσιεύσεις, σχετικές με το άτομό του.
Επεισόδιο Πρώτο: Το Ρουμπίνι του Ντεό-Νταό
Β.
Ο Κόμπες ο Ντερλικοτής μπήκε στην ταβέρνα της Ινολίκ λίγο μετά το ξημέρωμα, σπάζοντας την πόρτα. Αυτό αρκούσε για να στρέψει τα βλέμματα των λιγοστών ακόμη πελατών επάνω του, αλλά είχε και το βοηθητικό της αμφίεσης –ζακέτα γούνα αλεπού και σωβρακάκι και μέσα από τη ζακέτα να στραφταλίζουν χαϊμαλιά μπερδεμένα με τρίχες. Τρέκλισε φανερά ταραγμένος ως το πλησιέστερο στη φωτιά τραπέζι (το αγαπημένο του), το άδειασε από πελάτες μ’ ένα μουγκρητό που θα φόβιζε και γκαμήλ και κάθησε ουρλιάζοντας (για να βρει τον εαυτό του) τη χαρακτηριστική του κραυγή της ταβέρνας:
-Φαγιά! Βυζιά!
Η ταβερνιάρισσα τον κοίταξε με στενεμένα μάτια. Ήταν η νεότερη ταβερνιάρισσα όλης της πόλης, μια μπόλικη κι αφράτη καστανή με πράσινα μάτια που πετούσαν αστράκια και δέρμα που μύριζε σαν άγουρο ροδάκινο. Πέταξε το πατσαβούρι της στον πάγκο, ένα πατσαβούρι που δεν έλεγε να φύγει από το χέρι της τα τελευταία πέντε χρόνια και που οι κάτοικοι της πόλης του Ζουμζερί το έτρεμαν περισσότερο κι από έφοδο των στρατιωτών της γερουσίας.
-Να πας να πεις σ’ αυτόν το μαμούθ από το Σενίμ-Σοριέν ότι δε σερβίρουμε παχύδερμα σ’ αυτό το μαγαζί, είπε στον άντρα της, χωρίς καν να τον κοιτάξει.
Ο ταβερνιάρης, χλωμιάρης κι αχαμνός σαν κουλούρι χωρίς σουσάμι, έτρεμε από ώρα, αλλά δε μπόρεσε να μη ρωτήσει.
-Ινολίκ καλή μου, μήπως δεν πρέπει να μιλάμε έτσι στον αφέντη Κόμπες, που είναι και τι καλός πελάτης…;
-ΤΩΡΑ! Ήταν η απάντησή της.
Παρόμοιου ύφους απάντηση πήρε και από τον Κόμπες.
-ΦΑΓΙΑ! (Παύση για να το εμπεδώσεις.) ΒΥΖΙΑ!
Το ανθρωπάκι γύρισε τρέμοντας στην Ινολίκ και της έριξε ένα παρακλητικό, μισοκακόμοιρο βλέμμα. Η ταβερνιάρισσα έγινε θηρίο. Μάζεψε το πατσαβούρι της και στάθηκε τσαμπουκαλεμένη λίγα εκατοστά από τη μύτη του Κόμπες, μια μύτη τόσο σπάνια που θα μιλήσουμε για πάρτη της διεξοδικότερα παρακάτω.
-Τι θες, κύριος; Ούρλιαξε. Δε σερβίρουμε λέμε!
-Α, περίεργο! Ανάποδα σερβίρετε εδώ. Πρώτα τα βυζιά κι ύστερα τα φαγιά;
Και δυο χερούκλες όλο κάλους από το σπαθί και το τσεκούρι χούφτωσαν παιχνιδιάρικα το μπούστο της. Λίγα λεπτά αργότερα, η Ινολίκ έφευγε μαύρη από την τσαντίλα της να φέρει το μαραγκό, ο κλέφτης έφτυνε γελώντας λίγο αίμα στη φωτιά πίσω του (αποτέλεσμα της γροθιάς στο στόμα που του είχε ρίξει η γυναίκα) και το ανθρωπάκι τού έφερνε ένα κιλό ψητό κρέας, μισό κεφαλάκι φρέσκο τυρί, ένα καρβέλι ψωμί και δυο ντομάτες.
-Συγχωρήστε την, παρακαλώ, αφέντη Κόμπες, έκανε σερβίροντάς τον κρασί. Έχει φλογερό ταμπεραμέντο η Ινολίκ μου.
-Καλά, ρε Μπούρτου, πώς την αντέχεις;
-Ε… Μπόρτου, αφέντη Κόμπες, Μπόρτου με λένε. Μπούρτου θα πει κλανιά.
Ο κλέφτης του έριξε ένα βλέμμα που έλεγε «σιγά τη διαφορά».
-Είπα: πώς αντέχεις να είσαι παντρεμένος με μια τέτοια…;
-Ε, τι να κάνουμε, τυχερά είναι όλα. Μην κοιτάτε που εσείς δεν έχετε ανάγκη από μια γυναίκα. Θέλετε να στείλω μια κοπέλα στο δωμάτιό σας;
-Μπα, όχι σήμερα. Λέω σήμερα να τη βρω με φαντασιώσεις. Κι όπως καταλαβαίνεις θα χρειαστώ ηρεμία, ε;
-Μείνετε ήσυχος.
-Και να στείλεις να φωνάξουν αυτόν τον κερατά τον Πετρεξού, το μάγο. Σε τρεις-τέσσερις ώρες να ‘ναι δω.
-Ναι, ναι. Πείτε πως έγινε κιόλας.
Ο Κόμπες γέλασε τρανταχτά και χτύπησε τον ταβερνιάρη στην πλάτη, που παραλίγο να τον γκρεμίσει στο πάτωμα.
-Γεια σου, ρε Μπούρτου! Είσαι λεβεντιά!
-Ευχαριστώ, ευχαριστώ, αλλά… Μπόρτου, αφέντη Κόμπες, Μπόρτου.
Ο άλλος του ξανάριξε το βλέμμα που έλεγε «σιγά τη διαφορά».
Ετικέτες Αποκλειστικό
Η εφημερίδα μας έχει την απίστευτη τιμή να εξασφαλίσει κατ' αποκλειστικότητα για τους αναγνώστες της, το πρώτο κεφάλαιο του πρώτου επεισοδίου των περιπετειών του Κόμπες του Ντερλικοτή, γραμμένο από την απαράμιλλη πένα της Έφθι, ιέρειας της θεάς των χαλικιών.
Παρακαλούνται όσοι γνωρίζουν τον εν λόγω κύριο να μην του αναφέρουν τη δημοσίευση του άρθρου αυτού, διότι ως γνωστόν έχει κάτι χέρια σαν φουρναρόφτυαρα και η προστασία της σωματικής ακεραιότητας ενός δημοσιογράφου είναι ιερό πράμμα.
Επεισόδιο Πρώτο: Το Ρουμπίνι του Ντεό-Νταό
Α.
-Ε, πθιτ, κύριοθ…
Ο Κόμπες ο Ντερλικοτής κοκκάλωσε σε μια στάση που πόρω απείχε από την κομψότητα. Είχε το ένα του πόδι σηκωμένο στον αέρα προς τα πίσω –σα χορεύτρια που κρατάει ισορροπία-, το αριστερό του χέρι στα αχαμνά του και το δεξί σε σχήμα αρπάγης, έτοιμο από τη μια να βουτήξει ανεδαίστατα το Ρουμπίνι του Ντεό-Νταό από το βωμό, και από την άλλη ν’ αρπάξει το σπαθί σε περίπτωση ανάγκης. Αν συνδυάσει κανείς τη στάση αυτή με τα ρούχα του –ζακέτα γούνα αλεπού και σωβρακάκι χρώμα βρωμιλί, με αξεσουάρ μαγικά χαϊμαλιά να παιζοκουδουνίζουν με τις τρίχες της κοιλιάς- γίνεται αμέσως αντιληπτή η έλλειψη της κομψότητας στο όλο σκηνικό.
Βέβαια, όλα αυτά δεν ήταν παρά μέτρα προφύλαξης ενάντια σε ό,τι θα μπορούσε να τον εμποδίσει να πάρει το Ρουμπίνι. Ήταν όπως πίστευε ενενήντα εννιά κόμμα εννιά εννιά εννιά τοις εκατό προετοιμασμένος για ο,τιδήποτε συναντούσε. Κι όμως αυτή η τραβηχτή ψευδή φωνή, που ερχόταν απ’ τα σκοτάδια πίσω από το βωμό τον έκανε ν’ ανατριχιάσει. Έμεινε εντελώς ακίνητος, βλαστημώντας το Βυζβόρουν σιωπηλά, κι όταν τελείωσε με το θεό-προστάτη του, πέρασε ένα χέρι και όλες τις υπόλοιπες σεξουαλικές δυνάμεις του Σύμπαντος.
-Ε, πθιτ, εθένα λέω, με το γουνάκι…
Στο σκοτάδι πίσω από το βωμό του Ρουμπινιού, εκεί όπου η μοναχική δάδα που είχε φέρει μαζί του ο κλέφτης δεν έφτανε να ρίξει φως, άναψαν ξαφνικά δυο πράσινα φωτάκια, σα φωσφορίζοντα μάτια φιδιού. Ο Κόμπες τα χρειάστηκε. Αναρωτήθηκε αν η ευκοίλια βγαίνει εύκολα στο πλύσιμο.
-Καλε ‘θυ, φωνή δεν έχειθ; Μουγγόθ είθαι;
Ο Κόμπες κατέβασε πολύ αργά το πόδι που είχε στον αέρα και το δεξί του χέρι ως τη λαβή του σπαθιού του, αφήνοντας το αριστερό στην αρχική του θέση. «Ό,τι και να σου τύχει, τ’ αρχίδια σου και τα μάτια σου, παιδί μου» τον είχε ευλογήσει ο πατέρας του, πριν τον διώξει από την πατρική εστία κλοτσηδόν.
-Ποιος είναι; Τόλμησε να ρωτήσει. Βγες στο φως.
Ένας ήχος σα σύρσιμο ακούστηκε κι ύστερα πάνω από το Ρουμπίνι και γύρω από τα φωτάκια υλοποιήθηκε το κεφάλι ενός φιδιού τόσο μεγάλο, που θα μπορούσε να καταπιεί τον κλέφτη με ένα και μοναδικό γκλουπ.
Ο Κόμπες τα ξαναχρειάστηκε. Κι επειδή όταν του προκύπτουν την ίδια μέρα δύο επικίνδυνες καταστάσεις που δεν τις περιμένει, ο εγκέφαλός του παύει να αιματώνεται, τράβηξε χωρίς να έχει λόγο το σπαθί του κι όρμισε αλαλάζοντας «ουουουουουου!!!» στο φίδι.
Πρόλαβε να σκίσει τον αέρα μπροστά τη μύτη του φιδιού πριν δεχτεί μια σφαλιάρα ηγεμονικών διαστάσεων από την ουρά του ερπετού και σκάσει στον απέναντι τοίχο. Τα χαϊμαλιά κουδούνισαν ευχάριστα, μια νότα αναίτιας αισιοδοξίας.
-Καλά, τρελόθ είθαι, παιδί μου; Τι ουρλιάδειθ έτθι, «ουουου»; Θεθ να κθυπνήθειθ τον Ντεό-Νταό και να ‘χουμε άλλα;
Ο Κόμπες δεν απάντησε αμέσως, αφενός γιατί η σύγκρουση με τον τοίχο του είχε κόψει την ανάσα και αφετέρου διότι και μόνο η σκέψη του Ντεό-Νταό θα μπορούσε να του κόψει την ανάσα. Δεν ήταν κι ό,τι πιο ευχάριστο να τα βάλεις με εκείνον που ορίζει τη Μοίρα των Παιδιών. Ένας θεός πρέπει να είναι σκληρός και άκαρδος για να αποφασίζει ποιο παιδάκι θα ζήσει και ποιο θα πεθάνει. Κι όταν κάποιος είναι σκληρός και άκαρδος με τα παιδιά, πώς θα συμπεριφερόταν σε κάποιον που πάει να του κλέψει το Ρουμπίνι που φυλάει;
Το φίδι έφερε το κεφάλι του κοντά στον κλέφτη, αλλά το περισσότερο από το σώμα του έμεινε στη σκιά. Αντίθετα από τα φυσιολογικά φίδια, δεν είχε φολίδες. Το δέρμα του ήταν γαλαζωπό κι έμοιαζε με ανθρώπινο, η μύτη του ήταν χοντρή και τα μάτια του –τα δυο πράσινα φωτάκια- ήταν τόσο κοντά το ένα στο άλλο που έμοιαζε να πάσχει από παθολογική ηλιθιότητα.
-Τι τα θεθ αυτά τα καραγκιοδιλίκια; Έκανε με κάζουαλ ύφος. Δε θου είπανε ότι τα κθόρκια προθταθίαθ έχουν κθεθυμάνει;
-Ποιος είσαι; Τόλμησε να ρωτήσει ο Κόμπες κάνοντας ταυτόχρονα μια νοερή σημείωση να μαυρίσει στο ξύλο τον Πετρεξού για τις πίπες πληροφορίες.
-Με λένε Δήθη.
-Δήθη;
-Όχι Δήθη, καλέ. Δήθη.
Ο Κόμπες κοίταξε το φίδι για λίγα δευτερόλεπτα γέρνοντας το κεφάλι δεξιά, με το σαγόνι προτεταμένο και το δεξί μάτι μισόκλειστο.
-Ζήση; Έκανε διστακτικά.
-Ε, ναι, εγώ τι είπα;
«Α, μάλιστα», σκέφτηκε ο κλέφτης και χαλάρωσε ασυναίσθητα το αριστερό του χέρι.
-Και τι κάνεις εδώ; Είσαι φύλακας του Ρουμπινιού;
-Περίπου. Είμαι φύλακαθ του Ντεό-Νταό που είναι φύλακαθ του Ρουμπινιού.
-Δεν την ήξερα έτσι αυτή την ιστορία.
-Ε, δεν νομίδω ότι την κθέρει κανέναθ. Εκτόθ ίθωθ από τον ίδιο το Ντεό-Νταό. Όταν ο Μπουβού-Καμπά τον καταράθτηκε να θτέκει φύλακαθ του Ρουμπινιού μέχρι την επόμενη ενθάρκωθή του…
-Του Ντεό-Νταό;
-Του Μπουβού-Καμπά, καλέ! Τέλοθ πάντων, επειδή είναι πολύ υπναράθ, με έπιαθε αιχμάλωτο, μου θτέρηθε τις δυνάμειθ μου (γιατί όπωθ έχειθ καταλάβει, δεν είμαι ακριβώθ φίδι) και με υποχρέωθε να κάνω εγώ τη δουλειά του φύλακα, μέχρι την ώρα εκείνη. Αν δω κάτι, τον κθυπνάω κι εκείνοθ κάνει τα υπόλοιπα.
-Και… γιατί δεν τον ξύπνησες και τώρα;
-Γιατί… Αθ πούμε ότι βαρέθηκα αυτό το παιχνιδάκι. Έχω και μια υποχρέωθη αυτέθ τιθ μέρεθ κι είναι ευκαιρία να το θκάθω τώρα που ήρθεθ κι εθύ. Αν με βοηθήθειθ ν’ απαλλαγώ από τον Ντεό-Νταό θα θ’ αφήθω να πάρειθ το Ρουμπίνι χωρίθ να τον κθυπνήθω.
-Και πώς θα σε βοηθήσω;
Το φίδι με το μυστηριακό όνομα Ζήσης του εξήγησε.
Το παραπάνω κείμενο είναι προϊόν φαντασίας. Αν ο Κόμπες ο Ντερλικοτής ισχυριστεί ποτέ ότι μπορεί να είναι και αλήθεια, η συγγραφέας θα το αρνηθεί σθεναρά, διότι όπως είπε κι ο συντάκτης, η προστασία της σωματικής ακεραιότητας ενός συγγραφέα είναι ιερό πράμμα.
Ετικέτες Αποκλειστικό
Παλαιότερες αναρτήσεις Αρχική σελίδα
